Λέγεται πως: «Μελαγχολία είναι η αξόδευτη αγάπη…»


 

revue-arthur-braginsky

Revue by Arthur Braginsky

Από παντού ακούς χείλη πικρά να συμπεραίνουν πως δεν υπάρχει συναίσθημα, δεν υπάρχει φιλία, δεν υπάρχει εμπιστοσύνη, αξίες, φιλότιμο. Οι άνθρωποι παραπονιούνται πως δεν τους αγαπούν. Είναι εξάρτηση να περιμένεις από τους άλλους να σου χαρίσουν την αγάπη. Η αγάπη όντως είναι η μεγάλη πλήρωση της ύπαρξης, αλλά μόνο όταν πρόκειται για αγάπη που δίνεις. Όσο κι αν αγαπιέσαι, το ανικανοποίητο θα επιμένει ζοφώδες στην καρδιά, αν αυτή η καρδιά δεν μπορεί να αγαπήσει. Γεμίζουμε μονάχα απ’ την αγάπη που εμείς δίνουμε, από την πίστη που ασκούμε, από όσα δικά μας χαρίζουμε. Ακόμη κι η ψυχή διά της απωλείας της κερδίζεται. Είναι μοίρα ή ελεύθερη επιλογή η ικανότητά μας στο συναίσθημα; Πρέπει να είναι ελεύθερη επιλογή, γι’ αυτό και η καρδιά είναι διαρκώς θυμωμένη με τον μίζερο εαυτό μας που τη στενεύει. Κι αν είναι δύσκολο να βρίσκουμε αγάπες, είναι πολύ πιο δύσκολο να αγαπάμε· προϋποθέτει μεταστροφή της εγωιστικά εκπαιδευμένης προσωπικότητάς μας κάτι τέτοιο. Όσο την αρνούμαστε τη μεταμόρφωση, η επιδημία της ανίας και της κατάθλιψης εξαπλώνεται, σαν φάντασμα στοιχειώνει τη ζωή μας. Λέγεται πως: «Μελαγχολία είναι η αξόδευτη αγάπη…» 

Απόσπασμα από το βιβλίο της Μάρως Βαμβουνάκη : «Το φάντασμα της αξόδευτης αγάπης».

χόρχε μπουκάι: “να προσέχεις”


timthumbΑκολουθεί ένας πολύ ενδιαφέρον διάλογος από το βιβλίο του Χόρχε Μπουκάι “Από την Αυτοεκτίμηση στον Εγωισμό” (Εκδόσεις opera). Γενικότερα η συνομιλία αναφέρεται στον φόβο και την επίδρασή του στον ψυχισμό μας.

«Ο μεγάλος μου γιος είναι δεκάξι χρόνων. Τα σαββατοκύριακα μένω και κοιμάμαι στη Μαλάγα, κι αυτός βέβαια εκμεταλλεύεται την ευκαιρία να βγει το βράδυ και να γυρίσει στο σπίτι λίγο πιο αργά απ’ ό,τι συνήθως. Φεύγοντας, του λέω: “Πάρε με τηλέφωνο μόλις γυρίσεις σπίτι για να μην ανησυχώ”, κι εκείνος θυμώνει. Αυτό γίνεται πάντα! Ξέρω πως δεν είναι σωστό, αλλά ακούει κανείς να συμβαίνουν τόσα στον δρόμο, οπότε για να είμαι ήσυχη και να μην έχω αγωνία, του ζητάω να μου τηλεφωνεί.»

«Και για να του μάθεις να φοβάται. Αλλιώς, πώς θα μάθει κάποιος στα παιδιά του ότι πρέπει να φοβούνται; Γι’ αυτό και κάνει αυτά τα πράγματα. Ωστόσο, είναι πολύ ενδιαφέρον το παράδειγμα. Όταν διαβάζει κανείς καθημερινά στις εφημερίδες όσα γίνονται, πώς μπορεί να μη φοβηθεί για τ’ αγαπημένα του πρόσωπα; Είναι αδύνατον να μη νιώσει φόβο.»

«Είναι, όμως, απολύτως βέβαιο ότι μεταδίδει αυτόν τον φόβο και στα παιδιά του;»

«Ασφαλώς. Και ξέρεις γιατί;Έχει σημασία να το ξέρεις. Είδαμε ότι ο τρόμος είναι αυτόματη αντίδραση. Δε χρειάζεται νοημοσύνη, καθώς είναι ένα συναίσθημα που προέρχεται από την πιο ζωώδη πλευρά του ανθρώπου. Ένα ζώο βλέπει ένα άλλο μεγαλύτερο να του γρυλίζει απειλητικά και τρομάζει. Δεν είναι ανάγκη να σκεφτεί: “Θα με δαγκώσει ή δε θα με δαγκώσει; Είναι ή δεν είναι δεμένο;” Όταν πηγαίνω βόλτα τον σκύλο μου και μέσα από τα κάγκελα ενός κήπου εμφανίζεται ένας άλλος που του γρυλίζει και του γαυγίζει, ο δικός μου τρομάζει, κι όχι γιατί σκέφτεται: “Λες να πέσουν τα κάγκελα;”

»Ο τρόμος είναι φυσιολογική αντίδραση. Ωραία, λοιπόν, όταν εξελιχθεί ο τρόμος εμφανίζεται ο φόβος, που δεν είναι πια ενστικτώδης, αλλά —το είπαμε κι αυτό— νοητική αντίδραση. Αρα εμείς, τα παιδιά μας και τα παιδιά των παιδιών μας, δεν γεννηθήκαμε με φόβο. Γεννηθήκαμε με τη δυνατότητα να τρομάζουμε — αυτήν την ίδια δυνατότητα που έχουν ο σκύλος, η γάτα και το μικρό πουλάκι. Όλους μας τους φόβους τους μάθαμε” κανένας δεν ήταν έμφυτος. Μάθαμε να φοβόμαστε γιατί έτσι μας δίδαξαν. Και οι πρώτοι μας δάσκαλοι ήταν…»

«Ο μπαμπάς και η μαμά μας.»

«Βγάζει μάτι, ε; Αρχίζοντας με κάποια “φοβιστικά πράγματα” που εμείς οι γονείς λέμε στα παιδιά μας ατιμωρητί, όπως, για παράδειγμα: “Να προσέχεις!”»

«Γιατί είναι φοβερό να τους λες κάτι τέτοιο;»

«Γιατί το “να προσέχεις” σημαίνει “να φοβάσαι”, “ο κόσμος είναι επικίνδυνος” ή “φρόντισε να μη σου συμβεί τίποτα”. Και, πάνω απ’ όλα, γιατί υποδηλώνει ένα μακάβριο μήνυμα: “Πρόσεχε, γιατί αν σου συμβεί κάτι εγώ δε θα τ’ αντέξω”.»

«Όλα αυτά, όμως, τα λέει κάποιος για να προλάβει το κακό.»

«Ναι… Μπορεί να ‘ναι κι έτσι. Ωστόσο, δεν προειδοποιεί· τρομάζει. Η πρόληψη είναι κάτι περισσότερο από θέμα συμβουλών και προειδοποιήσεων: είναι να δείξεις στον άλλον πώς έχουν τα πράγματα, να του εξηγήσεις τι μπορεί να του συμβεί και τι μπορεί να κάνει για να το αποφύγει. Το γεγονός ότι, την ώρα που φεύγω από το σπίτι, η μητέρα μου μου λέει: “Να προσέχεις, έτσι;”, δεν είναι πια ευγένεια, είναι προσπάθεια να μου φορτώσει ένα ακόμη βάρος: “Πρέπει τώρα να προσέχω, αλλιώς θα στενοχωρηθεί η μαμά μου”.»

«Όμως, αν το πεις αυτό στο παιδί με γλυκιά φωνή και με τρυφερότητα…»

«Δεν ξέρω. Πρέπει να μάθουμε να λέμε “καλή διασκέδαση” ή “καλά να περάσεις”. Αυτό είναι το καλύτερο μήνυμα. Όταν το παιδί είναι επτά χρόνων κι εσύ του λες “πρόσεξε”, αυτό μπορεί να έχει κάποια χρησιμότητα, αν κι εγώ προσωπικά δεν το πιστεύω. Όταν είναι δώδεκα, αυτό κατά πάσα πιθανότητα δεν του είναι πια τόσο χρήσιμο. Όταν είναι δεκαοκτώ, σίγουρα δεν του χρησιμεύει πια σε τίποτα ή του κάνει κακό. Κι αυτό το λέω με την πεποίθηση ότι αν δεν κατάφερε ο γονιός να μάθει στο παιδί του να προσέχει ως τα δώδεκα χρόνια του, δεν πιστεύω πως θα του το μάθει στα δεκαοκτώ, κι ακόμη λιγότερο αναμασώντας την αγαπημένη του φράση: “Να προσέχεις”.

»Όταν ακούει η μητέρα μου ότι θα οδηγήσω ως τη θάλασσα και μου λέει: “Να προσέχεις, μην τρέχεις, μην προσπερνάς άλλα αυτοκίνητα”, δεν είναι ότι πιστεύει πως μπορεί τώρα πια να μου μάθει κάτι τέτοιο. Η αντίδραση της δεν αφορά καν εμένα· αφορά την ίδια. Προσπαθεί να διαλύσει τους δικούς της φόβους με τη φαντασίωση ότι η προειδοποίηση της “περί φόβου”, μπορεί να λειτουργήσει ως δια μαγείας. Δηλαδή, το να προφέρει τη φράση: “Να προσέχεις”, θα επιδράσει πάνω μου προστατευτικά, κι έτσι δεν θα πάθω τίποτα.

«Ελπίζω να μη σου δημιούργησα ανησυχία ή σύγχυση. Πρέπει να μάθουμε στα παιδιά μας να προσέχουν, αλλά αυτό να το κάνουν για τον εαυτό τους. Το “να προσέχεις”, εμπεριέχει τη στάμπα ότι δεσμεύω τον άλλον με την ιδέα ότι πρέπει να κάνει κάτι για εκείνον που του δίνει τη συμβουλή.

»Τα παιδιά μας πρέπει να μάθουν να προσέχουν γι’ αυτά τα ίδια κι όχι για τους άλλους, αλλά αυτή η πραγματικά σωτήρια προσοχή κινδυνεύει να πέσει σε δεύτερη μοίρα, πίσω από το ενοχικό: “να προσέχεις” που λένε οι γονείς. Είναι ανάγκη να μπορέσουμε να καταλάβουμε πόσο πολύ αυτή μας η στάση διαμορφώνει ένα χαρακτήρα.

»Θα σου διηγηθώ κάτι για να καταλάβεις τι θέλω να πω. Μια μέρα, θα ήμουνα δώδεκα ή δεκατριών χρόνων, βγήκα βόλτα με το ποδήλατο στη γειτονιά μου. Όπως έστριβα σε μια γωνία, έπεσα, και η μανέτα του φρένου καρφώθηκε στο πόδι μου. Φορτώθηκα το ποδήλατο στην πλάτη και γύρισα σπίτι με το πόδι μου να αιμορραγεί. Στο μεταξύ, ένα μόνο πράγμα σκεφτόμουν: τι θα πάθαινε η μητέρα μου όταν θα μ’ έβλεπε! Δεν ανησυχούσα για μένα, ούτε για το αίμα, ούτε για τον πόνο. Σκεφτόμουν μόνο: “Πώς θα με δει η καημένη η μαμά μου”. Είναι παράλογο. Πρέπει να μάθουμε στα παιδιά μας πως η φροντίδα για τον εαυτό τους είναι από κείνα για κείνα. Γι’ αυτό ακριβώς δεν πιστεύω πως είναι καλή ιδέα το “να προσέχεις”. Σε κάθε περίπτωση, μου φαίνεται πολύ σημαντικό να μάθεις πώς να αξιοποιείς όλην αυτήν την ενέργεια στην προστασία του σώματος και της ψυχής.»

«Αυτό, όμως, δεν γίνεται μόνο με τα παιδιά. Όταν ένας φίλος μας φεύγει για το εξωτερικό, του λέμε καλόκαρδα: “Άντε, και να προσέχεις…”»

«Είδες τι σου λέω; Το συνειδητοποιείς; Κυλάει μέσα στο αίμα μας το “να προσέχεις” ή το “να φυλάς τον εαυτό σου”. Δεν είναι κάτι που προέρχεται μόνο από τη μητέρα ή τον πατέρα μας.

»Μια αρκετά ηλικιωμένη κυρία με την οποία είχα κάποτε μια συζήτηση, μου είπε πως όταν ήταν μικρή, η μητέρα της δεν της είπε ποτέ “πρόσεχε”. Τραβούσε μόνο λίγο με το δάχτυλο το κάτω της βλέφαρο και της έλεγε: ”φρόνιμα”… Της είπα πως η ιστορία είναι πάντα η ίδια και δεν μετράει η λέξη αλλά η συμπεριφορά. Αν γνωρίζουμε την αγωγή που έχουν λάβει και τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν τα παιδιά, οι σύντροφοι ή οι άνθρωποι του περιβάλλοντος μας, τότε ποιο το νόημα της φράσης, στη σκάλα του αεροπλάνου: “Θα προσέχεις αγαπούλα μου, έτσι;”. Τι υποτίθεται πως θέλει κάποιος να πετύχει μ’ αυτό; Μπορεί κάποιος να κάνει κάτι, γιατί ο άλλος του είπε την τελευταία στιγμή: “Θα προσέχεις αγαπούλα”; Δεν το νομίζω, και η αλήθεια είναι ότι δεν το πιστεύω κιόλας. Μάλιστα, σχεδόν θυμώνω όταν το σκέφτομαι. Πρέπει, όμως, να καταλάβουμε ότι αυτά τα μηνύματα της τελευταίας στιγμής δίνονται εξαιτίας της ανάγκης που έχει ο καθένας από εμάς να ξορκίσει τους φόβους του. Κανείς δε λέει “πρόσεχε”, επειδή πιστεύει ότι έτσι θα προστατεύσει τον άλλον, ούτε το λέει γιατί σκέφτεται πως ο άλλος θα προσέχει επειδή τον προειδοποίησε (κανένας δεν το πιστεύει αυτό στα σοβαρά). Δεν περνάει από το μυαλό κανενός ότι οι συμβουλές στη σκάλα του αεροπλάνου θα επηρεάσουν τη συμπεριφορά του άλλου. Όπως είπαμε, κάποιος τις δίνει απλώς και μόνο για να ελέγξει τους δικούς του φόβους, και σχεδόν ποτέ από αγάπη για τον άλλον.»

«Με συγχωρείς. Δεν πιστεύεις ότι μπορεί κάποιος να ενεργήσει υποκινούμενος τόσο από τους δικούς του φόβους όσο και από την αγάπη του για τον άλλον; Γιατί πρέπει το ένα να αποκλείει το άλλο;»

«Γιατί το φορτίο των φόβων μας ακυρώνει την όποια τρυφερή συμπεριφορά μας και, επιπλέον, γιατί αυτός που μ’ αγαπάει πρέπει να θέλει να περνάω καλά, και όχι να προσέχω — ειδικά εάν δεν με έχει για εντελώς ηλίθιο. Αυτός που σου λέει “πρόσεχε”, στην ουσία σου λέει “ο κόσμος είναι επικίνδυνος”. Αυτός που σου λέει “διασκέδασε”, στην  ουσία σου λέει “ο κόσμος είναι ένας τόπος χαράς”.

Ποιος σ’ αγαπάει καλύτερα;»

Το είδαμε εδώ.

π. Φιλόθεος Φάρος : «Στου Δρόμου τα Μισά»


Πρώτη εμφάνιση: 28 Ιανουαρίου, 2012

Μία από τις μεγαλύτερες τραγωδίες της ζωής των ανθρώπων, είναι το γεγονός ότι διάφορες συνθήκες κοινωνικές, οικογενειακές και επαγγελματικές, τους αναγκάζουν να ζουν μία ζωή που δεν είναι δική τους, να αρνούνται τον πραγματικό εαυτό τους και να προσποιούνται ότι είναι κάτι που στην πραγματικότητα δεν είναι.
Η μέση ηλικία, όπως και η εφηβεία, είναι εποχή αλλαγών.

Η κρίση μέσης ηλικίας μπορεί να είναι δημιουργική. Μπορεί να είναι μία σύγκρουση που θα προκαλέσει μία εντελώς καινούργια θεώρηση της ζωής. Βιώνουμε πολλά περάσματα κατά τη διάρκεια της ζωής μας. Όσοι βρίσκονται στη μέση ηλικία αναπότρεπτα θα περάσουν μία κρίση. Είναι αμφίβολο ότι μπορεί ένας άνθρωπος να περάσει τη μέση ηλικία χωρίς να έχει στιγμές σοβαρής περισυλλογής.

Στη μέση ηλικία αναγνωρίζουμε όλο και περισσότερο τους περιορισμούς μας και την ανοησία να στηριζόμαστε κυρίως στις προσπάθειές μας και να θέλουμε να έχουμε εμείς τον έλεγχο. Αν ο άνθρωπος δεν εγκαταλείψει τις ναρκισσιστικές αξίες του πολιτισμού μας για επιτυχία, πλούτο, λάμψη και προβολή, με τις οποίες έχει πορευτεί το πρώτο μισό της ζωής του, τα γηρατειά του θα είναι από θλιβερά μέχρι βασανιστικά.

Το βιβλίο αυτό απεύθυνεται σε όσους ανθρώπους θέλουν να αναπτυχθούν και να βελτιώσουν τη ζωή τους – ανεξάρτητα από το πόσο είναι ήδη καλή – για να κάνουν την εμπειρία της μέσης ηλικίας μία είσοδο σε ένα πιο ικανοποιητικό τρόπο ζωής, ακόμα και αν αυτή τη στιγμή δεν βιώνουν συνειδητά μία κρίση.

ΠΗΓΗ:  κορυΦογραμμή